Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Πόσο πολύ σ’ αγάπησα



Αφιερωμένο σε ένα πρόσωπο που ελπίζω να με καταλάβει και να δεί μέσα από αυτούς τους στίχους αυτό που δεν μπόρεσε να δει πραγματικά λόγω έλλειψης χρόνου...

“Πόσο πολύ σ’ αγάπησα”

Στίχοι: Κατίνα Παΐζη
Μουσική: Βασίλης Δημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Χρήστος Θηβαίος

Πόσο πολύ, πόσο πολύ, πόσο πολύ σ’ αγάπησα
πόσο πολύ σ’ αγάπησα
ποτέ δε θα το μάθεις

Απ’ τη ζωή, απ’ τη ζωή, απ’ τη ζωή μου πέρασες
κι αλάργεψες κι εχάθης
καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά
Πόσο πολύ σ’ αγάπησα, ποτέ δε θα το μάθεις

Κι αν δεν προσμένεις να με δεις, κι αν δεν προσμένεις να με δεις
Κι εγώ εγώ πως θα ξανάρθεις, εσύ του πρώτου ονείρου μου
γλυκύτατη πνοή

Αιώνια θα το τραγουδώ, αιώνια θα το τραγουδώ
κι εσύ δε θα το μάθεις, πως οι στιγμές που μου ‘δωσες
αξίζουν μια ζωή

Πόσο πολύ σ’ αγάπησα, ποτέ δε θα το μάθεις

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Οδυσσέα Ελύτη "Το Μονόγραμμα"
(απόσπασμα)

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
από παντού,
γιά τό μικρό τό πόδι σου μές στ’αχανή σεντόνια.
Νά μαδάω γιασεμιά
κι έχω τή δύναμη
αποκοιμισμένη.
Νά φυσώ,
νά σέ πηγαίνω
μές από φεγγερά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές.
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε.

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
πως χαιδεύεις, πως φιλάς
πως λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ".
Τριγύρω στό λαιμό, στόν όρμο
πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά.

Πάντα εσύ τ’αστεράκι
καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο.
Πάντα εσύ τό λιμάνι
κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά.
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά.
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες,
τά δετά τριαντάφυλλα,
καί τό νερό πού κρυώνει.
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα, καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ.
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ.
Πάντα εσύ τό νόμισμα, κί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο,
τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά.
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική,
καμάρα τ’ουρανού με τ’ άστρα.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή.

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο...
Μές στούς τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα.
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου.
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι.
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’ αλλού φερμένο,
δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;;;;
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, αγάπη μου.
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ’ακούς;;;
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς;;;
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό, μ’ακούς;;;
Μαχαίρι
σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς,
καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ακούς;;;
Είμ’εγώ, μ’ακούς;;;
Σ’αγαπώ, μ’ακούς;;;
Ποιός, μ’ακούς;;;
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς;

Στά νερά ένα-ένα , μ’ακούς;;;
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς;;;
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς;;;
Όπου κάποτε οί φιγούρες
τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς;;;
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ακούς;;;
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω.
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ακούς;;;
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ακούς;;;

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί... μ’ακούς;;;
τής αγάπης,
μιά γιά πάντα τό κόψαμε
καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς;;;
Σ’άλλη γή, σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς;;;
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
πού αγγίξαμε,ο ίδιος, μ’ακούς;;;

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς,
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς;;;
Νά τινάξει λουλούδι,
μόνο εμείς, μ’ακούς;;;
Μές στή μέση τής θάλασσας,
από τό μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ακούς;;;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς;;;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς.
Άκου, άκου,
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει, ακούς;;;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς;;;

Ν.